Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

982 Έμιλυ Ντίκινσον

Αν εμποδίσω να ραγίσει μια Καρδιά
Μάταια δε θα ζω
Αν στάξω λάδι στη Πληγή
Ή αν θα σβήσω έναν Καημό

Άμα συντρέξω έναν αδύναμο Κοκκινολαίμη
Για τη φωλιά να βρει στο γυρισμό
Μάταια δε θα ζω.

Μετάφραση;  Ερρίκος Σοφράς

Η βασίλισσα του Γολγοθά

Το κακό στη "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη

    Το κακό στη "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη  = μια ακτινογραφία της νεοελληνικής ψυχοπαθολογίας

    Το κακό στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη είναι αδιαχώριστα προσωπικό και κοινωνικό μαζί. Περιγράφεται μία προσωπική διαδρομή ανταρσίας, την οποία βαθμιαία έχει οικοδομήσει η απελπισία και το αδιέξοδο, και συνεχίζουν να την τροφοδοτούν κατά τη διάρκεια της φονικής δραστηριότητας. Η απελπισία και το αδιέξοδο δεν αποτελούν απλά παγιωμένες εσωτερικευμένες καταστάσεις, ως στοιχεία ενός σταθερού χαρακτήρα, αλλά βιώνονται ως επίθεση στον εσωτερικό κόσμο της Φραγκογιαννούς. Εκείνη τη δέχεται, διαλέγεται μαζί της και ηττάται από αυτήν με τη σύμπραξη του κοινωνικού περιβάλλοντος, γιατί κάθε φορά που εκείνη ζητάει βοήθεια κατά τη διάρκεια της επίθεσης αυτής, το κοινωνικό περιβάλλον δεν τη σώζει ποτέ, με αποκορύφωμα το διάλογο με το μαναχό στο μοναστήρι, ο οποίος αντί για Άγιο Πνεύμα προσφέρει μαρούλια.
     Κανένας άντρας στη "Φόνισσα" δεν είναι σωστός και ολοκληρωμένος. Ο άντρας φορέας του λόγου πάσχει, δυσλειτουργεί, δεν εκπληρώνει το ρόλο του. Υπάρχει σύγχυση των ρόλων: οι γυναίκες αποκτούν υπέρμετρη εξουσία, χάνεται το μέτρο των πραγμάτων. Ο Λόγος του Θεού είναι απών από το μυθιστόρημα, επειδή κανένας άνθρωπος δεν προσφέρεται να ενσαρκωθεί ο Λόγος μέσα από αυτόν προσφέροντάς του το θέλημά του. Έτσι οι άνθρωποι πορεύονται στο σκοτάδι, και ο πιο θαρραλέος απ` όλους, η Φραγκογιαννού, πορεύεται με θάρρος το δρόμο που ακολουθούν όλοι μέχρι το τέλος, ως ένα είδος αρνητικού σκοτεινού ήρωα, που αναλαμβάνει να υλοποιήσει τους ενδόμυχους πόθους - φόβους μιας ολόκληρης κοινωνίας. Έτσι εξηγείται η σαγήνη που προκαλεί το πρόσωπο της Φραγκογιαννούς στη σημερινή εποχή και ο θαυμασμός που προκαλεί, ώστε να εξαίρεται ως σκοτεινός ήρωας της ανταρσίας και να θεωρείται -εσφαλμένα- ότι ο Παπαδιαμάντης εκφράζει φεμινιστικές απόψεις.
      Η ταπεινότητα του Παπαδιαμάντη του επιτρέπει να προσεγγίζει το βάθος
 της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς συγγραφικές φιλοδοξίες για πολυπρόσωπα μυθιστορήματα με πλήθος χαρακτήρων και επεισοδίων και να δώσει έ ν α βασικό θεώρημα της σύγχρονης ανθρώπινης ύπαρξης που είναι καθαρό, απλό, σαφές, σαν μαθηματικός τύπος. Μπορεί όμως να διαβαστεί και σαν σχόλιο ή συμπέρασμα ή επιλογικό σημείωμα στο "Έγκλημα και τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι, που έχει μεταφράσει λίγο καιρό πριν γράψει τη "Φόνισσα".
      Στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι υπάρχει η υπερφίαλη ταύτιση του ήρωα με τον Ναπολέοντα, η προσπάθεια του καθημερινού ανθρώπου να υπερβεί την ασημαντότητά του μέσω της ύβρεως του "όλα επιτρέπονται" και η συνακόλουθη διαταραχή του εγώ. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανιχνεύσει τη ψυχολογία του μετά τη γαλλική επανάσταση σύγχρονού του ανθρώπου, που θα οδηγήσει στον υπεράνθρωπο του Νίτσε, τον κατακτητή της φύσης, εσωτερικής και εξωτερικής, που ζει στον πύργο της σύγχρονης Βαβέλ... Ο Παπαδιαμάντης δείχνει απλά τη μετατόπιση από το χριστιανικό "σηκώνω το σταυρό μου" στο σύγχρονο "επαναστατώ για τη μοίρα μου - διεκδικώ το δικαίωμα μου να αλλάξω το κόσμο, να τον "διορθώσω" δηλαδη". Δείχνει την εγκληματικότητα που παράγεται με την αποδοχή του κακού. Η διόρθωση του κόσμου δεν είναι παρά η ανταπόδοση του κακού με κακό.
      Το ρωσικό μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στη μεγαλούπολη του 19ου αιώνα, σε ένα τοπίο χαώδες, πολύπλοκο, στο δαιδαλώδη σύγχρονο κόσμο, ό ήρωας είναι ένας φοιτητής. Η δράση του ελληνικού περιορίζεται στο μικρόκοσμο ενός νησιού: στον πυρήνα του βρίσκεται το αρχετυπικό δράμα του συνολικού ανθρώπου. Η κατάρα της Εύας, η δυσανεξία της γυναίκας για τον ίδιο της τον εαυτό, η απέχθεια που νιώθει για το ίδιο της το είναι ως φορέα της πτώσης. Σε όλο το κείμενο είναι εκκωφαντική η απουσία της Παναγίας (στην οποία η αγάπη του Παπαδιαμάντη είναι δεδομένη).
       Είναι αξιοσημείωτο ότι η υπόθεση της "Φόνισσας" διαδραματίζεται σε μία ατμόσφαιρα σύγχυσης, όπου υπάρχει αντιστροφή καλού και κακού, διαστροφή, φθορά, αλλοίωση του λόγου.

     πρβλ.   Το τραγικό στοιχείο στη "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη
     και       Το μητρικό στοιχείο στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΛΟΓΟΣ 16ος


                   ΛΟΓΟΣ 16ος                 

                  Κοίταξε από ψηλά Θεέ μου, δέξου να φανείς
                  και σ` ένα φτωχό να συνομιλήσεις, αποκάλυψε το φως Σου,
                  ανοίγοντας τους ουρανούς για μένα, άνοιξε το νου μου μάλλον.
                  Μπες και τώρα μέσα μου, μίλησε όπως παλιά
                  μέσα από τη βρώμική μου γλώσσα, για όσα λένε μερικοί,
                  πως τώρα κανένας δεν υπάρχει, που εν γνώσει του να είδε το Θεό
                  ούτε ήτανε ποτέ κανένας, εκτός από τους Αποστόλους.
                  Αλλά ούτε κι αυτοί είδανε, λένε, καθαρά
                  το Θεό Πατέρα Σου, αλλά άγνωστος στους πάντες
                  και αόρατος επίσης βγάζουνε δόγμα πως υπάρχει.
                  Προβάλλοντας σαν επιχείρημα το λόγο του υπεραγαπημένου
                  μαθητού Σου Ιωάννη, που γράφει ότι τον Θεό ποτέ
                  δεν έχει δει κανένας. Ναι, Χριστέ μου, απάντησε αμέσως,
                  για να μη φανώ στους ασύνετους ότι λέω φλυαρίες.

                  Γράφε, είπε, αυτά που λέω, γράφε και μη χρονοτριβήσεις.

                  Ο Θεός εγώ, πριν από όλες τις ημέρες, τις ώρες και τα χρόνια,
                  αλλά και τους αιώνες όλους και ολόκληρο τον ορατό κόσμο
                  και τα νοητά δημιουργήματα, υπήρχα υπεράνω νου και λόγου
                  και υπεράνω κάθε έννοιας, μόνος με το μόνο μες τη μοναξιά μας
                  και κανένα από τα ορατά, αλλά ούτε και τα αόρατα
                  υπήρχε πριν από την όντως δημιουργία. Μόνος άκτιστος εγώ λοιπόν,
                  με τον Πατέρα και το Πνεύμα Μου. Μόνος άναρχος εγώ υπάρχω
                  από τον άναρχο Πατέρα μου κι από τους Αγγέλους πουθενά κανένας.
                  Αλλά ούτε από τους Αρχαγγέλους, ούτε από τα άλλα ουράνια τάγματα
                                                  
                  είδε ποτέ κανείς τη φύση μου, ούτε τον ίδιο τον κτίστη εμένα
                  ολόκληρο, τι είδους είμαι. Μόνο μια ακτίνα δόξας
                  και μια απόρροια φωτός Μου βλέπουν και θεώνονται,
                  σαν καθρέφτης που έχει δεχτεί του ήλιου τις ακτίνες      
                  ή σαν λίθος κρυστάλλινος που έλαμψε το μεσημέρι,
                  έτσι δέχονται τις ακτίνες της Θεότητάς μου όλες,
                  ολόκληρο όμως να με δει ποτέ κανείς δεν αξιώθηκε,
                  ούτε απ` τους Αγγέλους, ούτε απ` τους ανθρώπους, ούτε απ` τις Άγιες Δυνάμεις.
                  Γιατί υπάρχω έξω απ` όλους, και αόρατος στους πάντες.
                  Και δεν είναι από φθόνο προς αυτούς, σκόπιμα να τους στερώ τον εαυτό μου,
                  ούτε επειδή τάχα δεν είμαι ωραίος, κρύβομαι να μη φανερωθώ.
                  Αλλά άξιος για τη Θεότητά Μου δεν βρέθηκε κανένας,
                  ούτε μπορεί να εξισωθεί με το δημιουργό το δημιούργημα.
                  Ούτε όμως και συμφέρει αυτό, αλλά βλέποντας μια μικρή αντανάκλαση
                  εισάγονται στο μυστήριο ότι πραγματικά υπάρχω και Με γνωρίζουν το Θεό
                  που τους δημιούργησε, και με έκπληξη και φόβο υμνώντας Με
                  υπηρετούν σαν λειτουργοί μου, ούτε μπορεί βέβαια άλλος Θεός
                  να δημιουργηθεί, ισοδύναμος στη φύση με το Δημιουργό,
                  ούτε με την ίδια φύση Εκείνου, ούτε είναι δυνατόν καθόλου
                  να γίνει το δημιούργημα ομοούσιο με το Δημιουργό.
                  Γιατί με τον άκτιστο το κτιστό, πώς θα μπορούσε να εξισωθεί;
                  Από αυτόν που πάντοτε με τον ίδιο τρόπο υπάρχει, και άναρχος και άδημιούργητος
                  τα δημιουργήματα ότι είναι υποδεέστερα και συ θα το παραδεχτείς.
                  Και τόση διαφορά έχουν, όσο η άμαξα και το πριόνι
                  από αυτόν που τα κατασκεύασε. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν η άμαξα
                  να μάθει τον κατασκευαστή της; πώς και το πριόνι αυτόν που το κινεί
                  θα γνωρίσει, για πες μου; αν τους δώσει γνώση,
                  αν δεν τους προσθέσει όραση, αυτός που τα κατασκεύασε;
                  Πράγμα που είναι αδύνατο σε όλα τα πλάσματα
                  κανένας εντελώς από τους ανθρώπους λοιπόν, κανείς κι απ` τους Αγγέλους,
                  δεν έλαβε την εξουσία να μεταδίδει Πνεύμα σε άλλους
                  ή να τους δίνει τη ζωή. Αλλά ο Κύριος των πάντων,
                  που μόνος αυτός έχει την εξουσία, μόνος αυτός τη δύναμη
                  σαν πηγή της ζωής που είναι, δημιουργεί ζωντανά πλάσματα με ψυχή
                  οποιοδήποτε είδος θελήσει και χαρίζει στο καθένα
                  σαν τεχνίτης, σαν αφέντης, όσα επιθυμεί και θέλει,
                  στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη τώρα και για πάντα, Αμήν.

Όσιος Νείλος ο ασκητής

Απόσπασμα από τον Ασκητικό Λόγο του Οσίου Νείλου του Ασκητού, που περιλαμβάνεται στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών

Είναι αισχρό όμως κατά τη γνώμη μου και το παρακάτω και προκαλεί αληθινά ντροπή, για το οποίο μας περιγελούν όλοι, όπως είναι αναμενόμενο: όταν κάποιος δηλαδή, που μόλις έχει προσχωρήσει στη μοναστική ζωή και έχει μάθει τις συνήθειες της άσκησης, πώς προσεύχονται δηλαδή και πότε και ποιος είναι ο τρόπος ζωής, γίνεται αμέσως δάσκαλος σε αυτά που δεν έχει μάθει ακόμη. Και κυκλοφορεί σέρνοντας αρμαθιά τους μαθητές, ενώ ο ίδιος έχει ανάγκη διδασκαλίας, τόσο εύκολο και απλό νόμσε το πράγμα. Γιατί δεν γνωρίζει ότι το πιο δύσκολο απ` όλα είναι η επιμέλεια  των ψυχών, οι οποίες χρειάζονται πρώτα κάθαρση από τους παλαιούς λογισμούς, έπειτα πολλή προσοχή για να δεχτούν τα πρότυπα των μαθημάτων της αρετής. Αυτός που φαντάστηκε ότι δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο από την άσκηση του σώματος, πώς θα διορθώσει τα ήθη των υποτακτικών; Με ποιον τρόπο θα μεταμορφώσει αυτούς που είναι αναμεμειγμένοι με τις πονηρές συνήθειες; Πώς θα βοηθήσει αυτούς που δέχονται τον πόλεμο των παθών, αυτός που ούτε κατά διάνοια δεν γνωρίζει τον (πνευματικό) πόλεμο;  Ή με ποιον τρόπο θα θεραπεύσει τα τραύματα που προκαλούνται στον πόλεμο, ενώ κείτεται ακόμα ο ίδιος τραυματίας και έχει ανάγκη από επιδέσμους; Ή μήπως κάθε τέχνη χρειάζεται το χρόνο της και διδασκαλία πολλή για να γίνει κατορθωτή και μόνο η τέχνη των τεχνών εξασκείται χωρίς μαθητεία; Και τη γεωργία κανείς δεν θα τολμήσει να εξασκήσει ενώ είναι άπειρος. Ούτε ο αμύητος στην ιατρική θα επιχειρήσει έργα ιατρικά. Γιατί ο ένας θα κατηγορηθεί ότι δεν έφερε κανένα όφελος στους αρρώστους,  και ότι χειροτέρεψε και την κατάσταση της αρρώστειας, και ο άλλος ότι κατήντησε χέρσα και ακατάλληλη τη γεωργική γη. Μόνο τη θεοσέβεια όμως, με την ιδέα ότι είναι η πιο εύκολη από όλες, τολμούν να εξασκούν απαίδευτοι. Και το πιο δυσκολοκατόρθωτο πράγμα έχει θεωρηθεί ότι είναι εύκολο από τους πολλούς. Και αυτό που ο Παύλος λέει ότι ποτέ δεν μπορεί να το κατέχει τελείως, αυτό ακριβώς διαβεβαιώνουν ότι το έχουν γνωρίσει, αυτοί που δεν γνωρίζουν ούτε αυτό το πράγμα, ότι το αγνοούν. Γι` αυτό και ο (μοναστικός) βίος έφτασε στο σημείο να περιφρονείται εύκολα και όσοι τον ακολουθούν χλευάζονται από όλους. Γιατί ποιος δεν θα γελάσει όταν βλέπει αυτόν που χτες τα έπινε στο καπηλιό, σήμερα να κυκλοφορεί σαν δάσκαλος της αρετής περιστοιχιζόμενος από μαθητές; Ή αυτόν που μόλις άφησε τις πολιτικές δολοπλοκίες σήμερα με πλήθος μαθητών να τρέχει μέσα σ` όλη την αγορά; Αν όμως είχαν πειστεί με σαφήνεια ότι είναι μεγάλος ο κόπος να οδηγείς άλλους στη θεοσέβεια και γνώριζαν με ακρίβεια τον κίνδυνο που ακολουθεί αυτό το εγχείρημα, θα το παρατούσαν οπωσδήποτε σαν κάτι πέρα από τις δυνάμεις τους. Όσο όμως το αγνοούν αυτό και θεωρούν δόξα να διευθύνουν άλλους, με ευκολία κατρακυλούν στο βάραθρο και θεωρούν ότι είναι άνευ σημασίας το να πηδούν πάνω από καμίνι που καίει. Και ενώ προκαλούν τα γέλια σ` αυτούς που γνωρίζουν τον χτεσινό τους βίο, προκαλούν αγανάκτηση στο Θεό μ` αυτό το θράσος.

Μια φωνή

Κάθε ρείθρο ερωτεμένο,
κάθε αύρα καθαρή,
κάθε δέντρο εμψυχωμένο
με το φλίφλισμα ομιλεί.

Κι` όπου πλέον μοναχιασμένοι
είναι οι βράχοι σιγαλοί
Μ ή ν ι ν  ά ε ι δ ε θε ν` ακούσεις
να σου ψάλλει μια φωνή.

Και συ ακόλουθα τον στίχο
.............................. για να ιδείς,
αν γνωρίζει τη φωνή σου
ο τυφλός ο ποιητής.

Διονύσιος Σολωμός

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

Οδύσσεια.



Ραψωδία α
στιχοι 1 - 10. Προοίμιο

Για τον άντρα δος μου την έμπνευση θεά
που το μυαλό του έκοβε πάντα
μα που πάρα πολύ περιπλανήθηκε από τότε
που έπεσε η ιερή ακρόπολη της Τροίας
και πολλών ανθρώπων τις πολιτείες είδε
και γνώρισε τον τρόπο σκέψης
και πάρα πολλά τράβηξε μέσα στη θάλασσα
προσπαθώντας να σώσει τη ζωή
και την επιστροφή των φίλων του,
αλλά όμως δεν τους έσωσε
παρόλο που το ήθελε πολύ,
γιατί απ` τα δικά τους λάθη χάθηκαν
οι χαζοί, που τα βόδια του θεού Ήλιου έφαγαν
κι αυτός τους στέρησε τη μέρα της επιστροφής.
Όλα αυτά λοιπόν θεά, κόρη του Δία, άρχισε να μας λες.

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Η τραγική συνείδηση του ομηρικού ανθρώπου

Ο ομηρικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος του "κόσμου", αναγκαστικά, αφού ανήκει στον αρχαίο ελληνικό "κόσμον". Όμως, είναι ένας άνθρωπος που έχει συνείδηση ότι είναι εγκλωβισμένος στον κόσμον αυτόν, έχει συνείδηση τραγική.
Η κοινωνία του κόσμου είναι ανθρωποθυσιαστική. Όπως και η φύση είναι υποταγμένη στο νόμο του θανάτου. Όχι ότι απλώς είναι θνητή, ότι απλώς όλοι στο τέλος πεθαίνουν, αλλά ότι ο θάνατος είναι απόλυτη αναγκαιότητα, γιατί έτσι εξασφαλίζεται η τροφή και η ζωή των άλλων. Η εξουσία που υπάρχει στην κοινωνία πηγάζει από την αναγκαιότητα αυτή. Ενώ ο θάνατος των ζώων και των φυτών είναι πραγματικός, για να θρέψουν τον άνθρωπο (ή να τραφούν το ένα από το άλλο), ο θάνατος των ανθρώπων είναι κυρίως συμβολικός και σπανιότερα άμεσος και αιματηρός με τις ανθρωποθυσίες. Όμως και ο συμβολικός θάνατος είναι πραγματικός και αιματηρός και ενφανίζεται με τη μορφή της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο σε όλες τις ποικίλες μορφές που γίνεται αυτό.
Στον ομηρικό κόσμο γίνεται μια τεράστια προσπάθεια να γίνει μια σψστή διαχείριση της εκμετάλλευσης αυτής, αυτό που στη συνέχεια ονόμασαν "δικαιοσύνη". Ο νόμος μοιράζει την εκμετάλλευση αυτή με δίκαιο τρόπο, δηλαδή με μια κοινή συμφωνία, ώστε να μπουν κανόνες και να υπάρχουν όρια. Έτσι η αρχαία κοινωνία βάζει νόρμες σε κάθε είδος ανθρώπινων σχέσεων και αυτό είναι μία κατάκτηση, γιατί η οργάνωση και η τάξη στην εκμετάλλευση βοηθούν στη συνειδητή διαχείριση της εκμετάλλευσης αυτής, στην αποφυγή της υπερβολής με την τήρηση ενός μέτρου, δηλαδή στην οικονομία της ζωής.
Είναι παράξενο, αλλά όπως φαίνεται από τη σύγκριση της οργάνωσης των μικρών βασιλείων της ομηρικής κοινωνίας με τα μεγάλα βασίλεια της Ανατολής (Μεσοποταμία, Αίγυπτο κλπ), όσο πιο μεγάλος είναι ο πλούτος που πρόκειται να διαχειριστεί η οργανωμένη κοινωνία, τόσο περισσότερο γέρνει προς την τυραννία (για να επιβεβαιωθεί και το τραγικό "κόρος γεννά ύβριν").
Στην ομηρική κοινωνία οι νόμοι είναι άγραφοι ακόμη και είναι οι θεοί που με τις επεμβάσεις τους εξασφαλίζουν την τήρηση των άγραφων συμφωνιών, των θεσμών. Όμως συγχρόνως στον ομηρικό κόσμο έχει φωνή και ο εσωτερικός άνθρωπος, ο οποίος νιώθει να ασφυκτιά μέσα στον κόσμο της πτώσης, της δικτατορίας του θανάτου. Η νοσταλγία του δεν αφορά απλώς μια παράταση της ζωής, ζώντας μέσα στις απολαύσεις του πλούτου, το είδος της αθανασίας δηλαδή που προσφέρει στον Οδυσσέα η Καλυψώ, αλλά είναι μια βαθύτερη νοσταλγία για την αληθινή ζωή, για το πραγματικό του πρόσωπο. Αυτή τη νοσταλγία εκφράζει η ιστορία του Οδυσσέα και σε πιο περιορισμένο βαθμό και η ιστορία του Αχιλλέα.
Και οι δύο ήρωες ζουν κατά τη διάρκεια του δικού του επικού αγώνα ο καθένας μία τεράστια εσωτερική αγωνία για την απόκτηση του προσώπου αυτού και στο τέλος το κατακτούν, γι` αυτό και τα δύο έπη έχουν ευτυχές τέλος, είναι δηλαδή ολοκληρωμένα με την αριστοτελική έννοια.
Το πρόσωπο αυτό, το οποίο αποκτούν στο τέλος είναι η σ ύ μ π τ ω σ η του εσωτερικού με τον εξωτερικό άνθρωπο. Ο εξωτερικός άνθρωπος είναι η επιταγή της κοινωνίας, η οποία έρχεται να φορεθεί πάνω στον εσωτερικό άνθρωπο, όπως η πανοπλία του πολεμιστή, όπως η περικεφαλαία του Έκτορα: από τη μια τον προστατεύει, του εξασφαλίζει την επιβίωση κάνοντάς τον χρήσιμο στην κοινωνία, από την άλλη τον περιορίζει μέσα σε ένα σιδερένιο πλαίσιο που τον βασανίζει και τον καταπιέζει. Αν ο εξωτερικός άνθρωπος πάρει τη μορφή μιας άτεχνης ή κακοφτιαγμένης πανοπλίας, αν επιβληθεί με βία και όχι με την απαραίτητη προσοχή που χρειάζεται, μπορεί και να πληγώσει ή και να τραυματίσει τον πολεμιστή, αντί να τον προστατεύει. Η σύμπτωση του εσωτερικού με τον εξωτερικό άνθρωπο στον Όμηρο επιτυγχάνεται όταν η πανοπλία των κοινωνικών επιταγών εφαρμόζεταιστον εσωτερικό άνθρωπο προστατεύοντάς τον και υπηρετώντας τον, ώστε να μπορεί να φαίνεται και να δρα μέσα από αυτήν ο πραγματικός εσωτερικός άνθρωπος.
Η ισορροπία αυτή, όπως φαίνεται και στα δύο έπη, είναι ένα προσωπικό κατόρθωμα του ήρωα, ένας άθλος, πιο σημαντικός και από τους άθλους της μάχης, είναι το πραγματικό ηρωικό κατόρθωμα που διηγείται το έπος και απευθύνεται σε κάθε άνδρα που θέλει να γίνει πραγματικός ελεύθερος άνδρας. Τα δύο έπη δηλαδή έχουν έναν βαθύτατα παιδαωγικό και διδακτικό χαρακτήρα, που είναι συγχρόνως κοινωνικός και πολιτικός. Διηγούνται με πολύ συγκινητικό τρόπο την προσπάθεια των αρχαίων εκείνων ανθρώπων να μεγαλώσουν και να ωριμάσουν, και να γίνουν με την προσωπική και τη συλλογική τους προσπάθεια αυτό, προς το οποίο απευθύνονται όλοι οι αρχαίοι ρήτορες: άνδρες.
Ο άνδρας μέσα στα έπη δεν είναι άτομο. Δεν είναι ένας κλειστός περιχαρακωμένος πύργος που διανύει την τροχιά του με αυτοπεποίθηη και ανταγωνισμό ανάμεσα σε όμοια περιχαρακωμένα άτομα που κινούνται γύρω του, διχασμένα ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα.
Ο ομηρικός άνδρας είναι γιος ενός πατέρα, που πορεύεται προς την ολοκλήρωση, να γίνει κι αυτός πατέρας. Η συμβολή του στη ζωή είναι να τη συνεχίσει. Πρέπει να διατηρήσει και τον εσωτερικό άνθρωπο των παιδιών του και να οικοδομήσει σωστά τον εξωτερικό τους άνθρωπο, ώστε να είναι προστατευμένα και χρήσιμα στην κοινωνία. Είναι ένα έργο δύσκολο, επίπονο, λεπτό, μακροχρόνιο με πολλές αποτυχίες, αλλά και επανορθώσεις, διδάγματα, ένας μακρύς διάλογος με την πραγματικότα και τη ζωή, δηλ. ένα έπος.

ΧΡΟΝΙΚΟ

1
Δε θα ξανάρθει, Κύριε
η κόρη των λιβαδιών
στο μεσουράνημα του ήλιου
δε θα ξανάρθει πια
δε θα ξανάρθει.

Με την ένατη συμφορά
ξύπνησε η σάλπιγγα
τ` άλογα έφυγαν γρήγορα
μακριά.

Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη
δεν μπορώ να συνηθίσω,
άγνωστο πρόσωπο.
Φοβάμαι να γυρίσω στο παρελθόν
Φοβάμαι να κοιτάξω στο μέλλον.

Πίσω απ` τα συρματοπλέγματα οι φαντάροι
με πυροβολούν με τα μάτια τους.
Μ` έχουν αναγνωρίσει χιλιάδες φορές
στα κρατητήρια οι μάρτυρες
εγώ δεν μπορώ ν` αναγνωρίσω τον εαυτό μου.

Έκπληκτη κοιτάζω τις φωτογραφίες
τους καθρέφτες
τα πρόσωπα των άλλων.
Μου είναι αδύνατο να θυμηθώ
να συναρμολογήσω μια... ιστορία.

Τώρα θα πλύνω τα χέρια μου στο ποτάμι
από το παρελθόν
θα χτενίσω τα μαλλιά μου με ηλιόλουστες μέρες
καλοκαιριού
θα φορέσω βουνά και θάλασσες
βγαίνοντας βόλτα.

Εγώ είμαι τα χελιδόνια
που ψαλιδίζουν τον αέρα
τόσο ανέμελα
σαν την αιωνιότητα.



2
Αυτόν τον εαυτό θέλω να κρατήσω
που μου προκαλεί τόσο τρόμο
τον άγνωστο εαυτό
που τρέχει ξυπόλυτος στα βρόχια
στις παγίδες του θανάτου
που κάνει ακροβατικά με δάκρυα
πάνω σε μοτοσικλέτες
την ώρα που κοιμώνται τα πουλιά.

Και να κατέβω πιάνοντας τη σχοινένια σκάλα
με τα χέρια μου
με τα πόδια μου τρέμοντας
να ψάχνουν το επόμενο σκαλί
τυφλά από τρόμο
κι όμως προχωρώντας.

Εγώ είμαι που μπαίνω μέσα στην εκκλησία
κι ανάβω κεριά στο άγνωστο πρόσωπο
με θυμιάματα και λιτανείες
παρακαλάω
να φανερωθεί.


Όμως το ξέρω
μας έχουνε χωρίσει
τόσο αδυσώπητα
ποιο έπος, ποια ιστορία
ποιο ρομαντικό μυθιστόρημα
θα γράψει τη δικιά μας ιστορία
Θεέ Παντοκράτορα του τρούλου
που στέκεις σιωπηλός...
με τα μυστικά Σου φώτα;



3
Εγώ είμαι που ξενυχτάω
πάνω απ` το πρὀσωπὀ Σου
που περιμένω ν` αναστηθείς
με καημούς και με δάκρυα.
Τα χέρια Σου πιάνω και μαραίνομαι
στα πόδια Σου χάνω το μυαλό μου.

Εγώ είμαι το κερί
που καίει στο παράθυρο
και καίγεται η νύχτα...



4
Περιμένω
όπως ο σταλαγμίτης περιμένει τη σταγόνα
μέσα στο ρολόι στοίχειωσε η ψυχή μου
και περιμένει.

Ξόδεψα όλα μου τα χρήματα
πέρασα ράχες και βουνά
και σκοτεινές περιπέτειες.

Συνάντησα ανθρώπους
που μου πήραν ό,τι είχα
και δεν είχα
με χτυπούσαν δεμένη και με φίμωναν
σε φυλακές έκανα
και σε βασανιστήρια
και σκοτεινά στρατόπεδα καταδίκης.

Σε λάθος χάρτες περιπλανήθηκα
σε ξένα σώματα ξενιτεύτηκα
και έφυγα πάντοτε
απέραντα μόνη
χωρίς Εσένα.

Τα βουνά βάζω μάρτυρες
πόσο μόνη μου ήμουν
και τις πέτρες ρώτησε
και τα πεζοδρόμια
και τα φανάρια των δρόμων.


Τις νύχτες ρώτησε
τις μέρες εκείνες
1977
1978
1979
πόσο μόνη μου ήμουν.



5
Ο δρόμος είναι ένας
κι εγώ περπατάω σ`αυτόν.
Δεξιά κι αριστερά υψώνονται πύργοι
θεόρατοι βράχοι πολέμου.
Φόβος κυλάει στους δρόμους
κατολισθήσεις
όμως
εγώ
με σφιγμένη καρδιά
με όλο το σώμα σφιγμένο
και τις γροθιές σφιγμένες
με κρατημένη αναπνοή
και το φτερούγισμα να παλεύει στο στήθος
προχωράω μέσα
από πύλη στενή
και... αναπνέω.



6
Το παιδί που ήμουν κάποτε
γυρίζει στους δρόμους.
Έχει δραπετεύσει πια
οριστικά
από τον κόσμο των ανθρώπων.

Είναι ελεύθερο να αναπνέει
πώς μυρίζει η θάλασσα
να κατρακυλάει το γέλιο του
κοιτώντας σοβαρά τους ανθρώπους.

Το βλέπω παντού να περνάει
μου κλείνει το μάτι
μέσα από χιλιάδες εφήβους
από μωρά και βρέφη
ακόμα και έμβρυα.

Το παιδί που ήμουν κάποτε
έχει οριστικά νικήσει.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ


μην ανησυχείς
και μη γυρεύεις την επιδοκιμασία του κόσμου,
γύρευε μόνο την επιδοκιμασία του Δημιουργού σου.

(Αληθινή εν Θεώ Ζωή, 9 Απριλίου 1993)
www.tlig.gr

1.
Γυρίζω στο ίδιο σημείο
ξανά και ξανά
στις ίδιες εικόνες
στη σκοτεινή επιθυμία της εξουσίας
να μου σημαδεύει το πρόσωπο.

Θ` αλλάξω μυαλό
όταν πεθάνει ο θάνατος
θ` αλλάξω εαυτό
όταν γυρίσει το φως

τους κομμένους δρόμους
όταν γεμίσεις μ` ανθρώπους που θαρθούν
και δεν θα είναι πάντοτε αύριο
η μέρα της επιστροφής.

Άνοιξα τόσες πόρτες
και δεν άνοιξα καμιά
άκουγα όλη νύχτα τη βροχή
και δεν έβρεχε.

Σαν τεντωμένο πανί σε καράβι
που ταξιδεύει με τον άνεμο
τεντώνεις τη ζωή μου

τα πιο λυπημένα γιασεμιά
της ζωής μου Σε περιμένουν
ολομόναχα στη στάση του λεωφορείου...

2.
Αυτός ο τοίχος από φόβο
ήταν αδιαπέραστος.
Υποτίθεται πως μ` αγαπούσαν
τούβλο με τούβλο καθώς τον έχτιζαν

μέχρι που η φωνή μου χάθηκε
και τίποτα δεν ακουγόταν πια∙
υποτίθεται πως είχα γίνει καλό παιδί
κάτω από την τελευταία πέτρα
την οριζόντια.

Και κανείς ποτέ δεν άκουγε
πώς κλωτσούσα το ξύλινο κουτί
καθώς μεγάλωνα και δεν χωρούσα πια
πώς ούρλιαζα ανάμεσα στις πέτρες
από θανατηφόρα αγάπη...

Μόνο εγώ τον έβλεπα
χαρούμενο να με καταστρέφει
και να ψιθυρίζει «οι γονείς σου σε μισούν
γιατί δεν αξίζεις τίποτα»
και σε κείνους έλεγε «έχει το διάβολο μέσα της
πετάξτε την έξω από το σπίτι».

Το κατεστραμμένο σπίτι είμαι εγώ
πεταμένο στο δρόμο σα σκουπίδι
ω, οι πέτρες μου
είναι δεμένες στα πόδια μου τώρα πια
γράφουν καταδικαστικές αποφάσεις.

Το κακό βλέμμα με σκέπασε
το δάχτυλο που δείχνει με έδειξε
και η εξορία έγινε καθημερινή μου μοίρα.

Μέτρησα τα σκαλιά της πτώσης ένα ένα
ξεφλουδίζοντας όλες τις αμαρτίες σαν κρεμμύδι
γιατί ήμουν στη μαύρη πλευρά του κόσμου
εκεί που η αγάπη λήγει
και είχε λήξει προ πολλού.

Με τους αθώους δε μοιάζω
και με τους αμαρτωλούς δεν μπορώ να ταυτιστώ


3.
Το κλειδί ήταν ο φόβος
και κανείς δεν έσκυβε να το μαζέψει.
Πεταμένο έξω από το κάστρο
κι οι φοβισμένοι έλεγαν απέξω:
«Μη φοβάσαι»


4.
Στα σκαλιά της εκκλησίας
ζητιανεύω μια προσοχή
ένα βλέμμα
μια πληροφορία
πού είναι ο Ιησούς.
Οι Φαρισαίοι προσπερνούν
με τα πολυτελή τους ενδύματα
προσεκτικοί, μην τυχόν
και μ` ακουμπήσουν.
Ω, δεν είμαι πόρνη,
μακάρι να ήμουν
θάταν πολύ πιο σαφές
πώς να μετανοήσω,
είμαι από την ίδια ζύμη,
μια αμαρτία πολύ πιο πονηρή
αναλγησία, σκληρότητα, υπερηφάνεια.


5.
Άκουσα ότι θαρθείς
και βγήκα στο δρόμο για να δω:
Σκόνη κάλυπτε τα μονοπάτια
κι οι έμποροι έκαναν όπως πάντα φασαρία.
Κι όμως εκεί μακριά Σε κατάλαβα
όπως τα γυμνά κλαριά
το βήμα της άνοιξης.


6.
Όταν ο κόσμος καταστράφηκε
μέσα μου
ήσουν εκεί
και μου κράταγες το χέρι
μα εγώ δεν Σε αναγνώρισα∙
μου είχαν μάθει πως είσαι σκληρός.

Όταν Σου ζήτησα να με βοηθήσεις
μου έδωσες το Σταυρό Σου,
μα εγώ δεν Σε κατάλαβα∙
νόμισα πως με εγκατέλειψες.

Σε φοβόμουν και Σε ήθελα
κρυβόμουν και Σε έψαχνα,
ήμουν τελείως αβοήθητη από τους ανθρώπους
γιατί η πληγή ήταν βαθειά και κρυφή…

Εσύ τώρα μας διδάσκεις
πώς να Σε πλησιάσουμε
τις κομμένες γέφυρες αποκαθιστάς
με ασφάλεια θεραπεύεις
τις τρομοκρατημένες μας ζωές.


7.
Τα πιο όμορφα χέρια του κόσμου
μακριά λεπτά δάχτυλα
το πιο ευγενικό άγγιγμα
χέρια πάντα καλοσύνης
και προσφοράς
χέρια Δημιουργού
χέρια πάντα υποδοχής
έχουν το πιο φοβερό σημάδι
το σημάδι των καρφιών


8.
Είναι εκεί
οποτεδήποτε Τον ζητήσεις
δεν θα σου πει δεν μπορώ τώρα
έχω δουλειά
η ώρα για την οποία πληρώσατε
τελείωσε, φύγετε
όχι είναι εκεί
ταπεινός υπηρέτης
αυτός
ο Ίδιος

ο Πατέρας
που-είναι-πάντα-μαζί
που δεν λείπει από το σπίτι για δουλειές
που δεν παίρνει ποτέ διαζύγιο
που δεν ξεχνά πως έχει παιδί
που δεν δηλώνει αδυναμία να βοηθήσει
και ο Γιος Του φίλος, αδερφός
πάντα προσφέρεται
για να κλάψεις ανακουφιστικά
ακουμπώντας το θεϊκό Του μανδύα
γιατί ξέρει, ξέρει πολύ καλά
και σέβεται
το βαθύ ταραγμένο πόνο


9.
Και πηγαίνεις εκεί
στη σκοτεινιά
που καίει το καντηλάκι
τις σταυρωμένες ενορμήσεις
απ` το νόμο
εναποθέτεις.

Εκείνος καταλαβαίνει
δεν κρίνει
-τι να κρίνει-
παίρνει τις ανικανοποίητες
παίρνει και το νόμο,
σου δίνει έναν εαυτό ολόκληρο

ξανά
αφέωνταί σου αι αμαρτίαι
σου λέει φιλικά
¬-πες ότι δεν έγινε-
και ουκέτι αμάρτανε πια
-διαχειρίσου πιο σωστά.


10.
Το τέλος της ιστορίας
είναι αυτό
να ακουμπήσω το κεφάλι μου
το μάγουλό μου
στο μοσχομυρισμένο Σου χιτώνα
που ευωδιάζει
από το σώμα Σου
να νιώσω λίγο
από αυτή την αγάπη
που Εσύ φύτεψες μέσα στο μυαλό μου
Εσύ με έκανες
να την ονειρευτώ
εγώ σου ζήτησα μόνο
να με γλυτώσεις από το μίσος
και τη ζήλεια
αυτών που υποτίθεται
πως μ` αγαπούσαν…

Δεν ήξερα ότι καλείς
σε έναν άγνωστο δρόμο
πως φεύγεις και χάνεσαι
και παρουσιάζεσαι αναπάντεχα
δεν ήξερα πως αγαπάς
τόσο οδυνηρά και τόσο εξαίσια
πως χαρίζεις έναν άγνωστο εαυτό
ολοκαίνουριο
πως Εσύ είσαι η αντιπροσωπεία
των εαυτών…

11.
Καίγεται η πραγματικότητα
λιώνουν τα στηρίγματα
ο αέρας άναψε
και καίει τα σωθικά.
Ο πόνος πολλαπλασιάστηκε
μια τεράστια μπάλα που έρχεται
με τρομερή ταχύτητα.
Ο μηχανισμός της λησμονιάς
κυρίευσε κάθε δραστηριότητα
η άρνηση της πραγματικότητας

Να προχωρήσεις μέσα
στο φλεγόμενο κόσμο
που δεν είναι ένα καμίνι πια
μα χιλιάδες
εκατομμύρια
συναισθήματα που βράζουν

Δεν είμαι εγώ
που έχω το πρόβλημα
είπε το μυαλό
όταν μεγάλωσε επιτέλους
και ξέφυγε απ` το εγώ
κοιτάζοντας τριγύρω
όλα τα εγώ να καίγονται

Τότε μια λάμψη απ` τον ουρανό
του έδωσε λευκή στολή νοσοκόμας
τη δύναμη να βλέπει
να τρέχει να βοηθά
ω Θεέ μου είπε
ο παλιός κόσμος καίγεται


12.
Και ήρθες Εσύ, α
με την ωραία Σου κίνηση
η Βασίλισσα που επιστρέφει
το Πνεύμα της Αληθείας
να χτυπήσεις την καμπάνα της ψυχής
που κοιμόταν
και ν` ακούσουν οι νεκροί
τα βήματα της Ανάστασης
στην εξώθυρα του νεκροταφείου.
Ένα μπουκέτο από άνθη
ένα λάφυρο από αστέρια
μια γραμμή από φως
στο μέτωπο

Και παιανίζει η μπάντα
στην πύλη της πόλης
ο ηγεμόνας κρατάει το κλειδί
να Σου το προσφέρει
Ω, έλα Εσύ
με την ωραία Σου κίνηση
το Πνεύμα της Αληθείας
η Βασίλισσα που επιστρέφει
Έλα


13.
Ο Κύριος με φώναξε από μακριά
και άκουσα τη φωνή Του.
Είχα διανύσει δρόμο πολύ
τώρα όμως έπρεπε να τρέξω περισσότερο
γιατί ο χρόνος πλησίαζε.
Κύριε, κάνε τα βήματά μου γρήγορα
δώσε μου δύναμη να ξεπεράσω τα εμπόδια
χάρισέ μου αντοχή, πίστη και σταθερότητα
κάνε το σπαθί μου κοφτερό
και στο μυαλό μου διάκριση
στο χέρι μου αποφασιστικότητα
Σου παραδίδω, Κύριέ μου, τη θέλησή μου
Σε αγαπώ και χαίρομαι
που ανήκω σε Σένα

Το πρωί φώτισέ με με το Φως Σου
το μεσημέρι κάλυψέ με με τη Δύναμή Σου
το βράδυ ενίσχυσέ με με τη συγνώμη Σου.
Το μικρό αδύναμο πλάσμα που νικούσε ο κόσμος
δείξε πως είναι παιδί Σου…
Δώσε μου, Κύριε, το θάρρος
της Αγίας Παρασκευής
τη σοφία της Αγίας Αικατερίνης
τη δύναμη
της Αγίας Μαρίνας
την οικειότητα της Αγίας Φωτεινής.
Δείξε τη δύναμη
που χαρίζεις στους αδύναμους
την τιμή που περιποιείς στους άθλιους
τα ταπεινά όργανα που αναδεικνύεις
για να μεγαλύνουν τα έργα Σου
Κύριε και Θεέ μου
Βασιλιά μου και Σωτήρα μου
Δυνατέ και όμως
ένα νεογέννητο σε φάτνη
Παντοδύναμε και όμως
ένας εκτελεσμένος με Σταυρό
Διδάσκαλε της μη βίας
Εσύ που συνέτριψες
τον κύκλο της εκδίκησης
που περνιόταν για δικαιοσύνη
Εσύ που μετέτρεψες
τη λατρεία στους ισχυρούς
σε λατρεία της Αγάπης
έλα κι ελευθέρωσέ μας
από τα δεσμά της αδικίας
έλα και σύντριψε
τον κύκλο της ασυνεννοησίας
στις ανθρώπινες σχέσεις
δίδαξέ μας ξανά
τη γλώσσα της αγάπης


14.
Νόημα στη ζωή μου ήρθες
που καθόμουνα και περίμενα
σαράντα χρόνια στη στροφή
ζητιανεύοντας κατανόηση
φορώντας τα ρούχα του παράξενου
κολλώντας κάθε είδους αρρώστια
από όποιον με άφηνε λίγο
να τον αγαπήσω…

Κι έγινα το δειγματολόγιο
της ανθρώπινης αδυναμίας
μετρώντας τα τραύματα
από τις μάχες που έχασα∙
νικημένη εντελώς
σε μια φυλακή
προσπάθησα να φύγω
από τη νοσταλγία της ανάπαυσης

Μα η Ανάπαυση ήρθε
και μ` αναζήτησε η ίδια
Νόημα στη ζωή μου ήρθες
όταν τα πάντα
είχαν πλέον εξαντληθεί.


15.
Ο Κύριος ήρθε
να προετοιμάσει το δρόμο Του∙
και βρήκε τα πρόβατά του σκορπισμένα
άλλα νεκρά και άλλα τραυματισμένα
και τα υπόλοιπα πεινασμένα
να ψάχνουν στην ερημιά.
Οι βοσκοί αναζητούσαν θρόνους
και ωραία ποιμαντικά ραβδιά
με αστραφτερές πέτρες.


16.
Πλάσε με Δάσκαλε
το πλάσμα που θέλεις να είμαι
αυτό που από την αρχή σχεδίασες.
Έλα Άγιο Πνεύμα
να μου δείχνεις το δρόμο
κάνε μου παρέα στη συμφορά
μη με αφήνεις ποτέ να ξεχνώ
ότι η οδός της Σταύρωσης
είναι και η οδός της Ανάστασης.


17.
Μαμά
του κάθε ορφανού
του κάθε προδομένου
του κάθε παιδιού
ανεξαρτήτως ηλικίας
Μαμά τρυφερή
γεμάτη κατανόηση
Μαμά που κλαις
με δάκρυα ικεσίας
αντί να μαλώνεις
Μαμά που τρέχεις
μόλις
το κάθε παιδί Σου Σε φωνάζει
Μαμά
άκουσέ με Σε παρακαλώ

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ


ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Ένα ξένο χωριό
πάνω στο βουνό
γυρνώντας από τον πόλεμο,
ένας ξένος εαυτός
σ` ένα άγνωστο σπίτι,
μονάχα τα μάτια τους
κάτι του θύμιζαν
ο τρόπος που κοιτούσαν.

Τις νύχτες παραμιλούσε
ψηνόταν στον πυρετό
έβλεπε Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες
τους κουβαλούσε εντός του,
τον άγριο Ποσειδώνα
να μανιάζει μέσα του.

Του έψηναν καφέ
που δεν τον έπινε,
του μάζευαν αμύγδαλα που τόσο αγαπούσε
κάποτε,
τα άφηνε ανέγγιχτα
στο παλιό γνώριμο τραπέζι
«φύγετε, τους φώναζε,
δε θα φάω το λωτό σας
δε θα μεταμορφωθώ σε γουρούνι
θέλω να γυρίσω πίσω».

Έκαναν το σταυρό τους
και περίμεναν,
μια μέρα τους έβαλε να τον δέσουν
στη μεσαία κολώνα του σπιτιού
και απαιτούσε να τραγουδάνε
παίζοντας κιθάρα.

Κανένας δεν ήξερε τι είχε
οι γιατροί έλεγαν τα γνωστά
ρωτούσαν και σημείωναν
και περίμεναν να δουν
αν το φάρμακο θα πιάσει.

Τους τα πετούσε στα μούτρα
και παρακαλούσε τον Ερμή
να του δώσει το αντίδοτο
ήθελε να ξεράσει τον πόλεμο
ήταν φανερό
γι` αυτό περίμεναν-
δέκα χρόνια
το βασίλειο ακέφαλο
σε μάταιη προσμονή.

«Μετατραυματικό σύνδρομο
του πολέμου,
είπαν τελικά,
το ίδιο παρουσίαζαν και οι βετεράνοι
του Βιετνάμ,
θα περιμένετε
όταν γίνει καλά
θα μπορέσει επιτέλους
ν` αφηγηθεί».



ΤΟΚΟΣ ΕΝ ΚΑΚΩ*

Ήρθε ένας μια φορά
κι έλεγε πως είναι ο Οδυσσέας.
Κουρελιασμένος ήτανε
γέρος, ζητιάνος
σώνει και καλά να μας πει την ιστορία του
πως είμαστε οι Φαίακες
να κάτσουμε να τον ακούσουμε.

Φίλε, Φαίακες δεν υπάρχουν πια
κανείς δεν πρόκειται να σε υποδεχτεί
με δώρα και τιμές
και να σε στείλει στον εαυτό σου.
Εδώ θα μείνεις
μαζί με μας
έχει και τηλεόραση.




*Ο Σωκράτης στο «Συμπόσιον» του Πλάτωνα αναφέρει ότι ο έρωτας είναι «τόκος εν καλώ» = γέννηση μέσα σε ομορφιά.





Η ΝΑΥΣΙΚΑ ΠΟΥ ΒΑΡΙΕΤΑΙ

Η Ναυσικά έβαφε τα νύχια της
του έριξε ένα βλέμμα, τον μέτρησε
καθώς τα ρούχα γυρνούσαν στο πλυντήριο.
Είναι νοσοκόμα η Ναυσικά
όλο περιοδικά διαβάζει, στη ζούλα.
Αυτός ήταν τελείως βλάκας
αντί να περιμένει να τον φιλοξενήσουνε
έμπαινε κι έκλεβε τα τυριά
κι ο άλλος γινόταν Κύκλωπας
και με το δίκιο του,
έβλεπε μόνο την προσβολή.
Τώρα δεν ήξερε να μιλήσει
έλεγε τα λόγια λάθος
ούτε ήξερε πού πέφτει η Δήλος η Ναυσικά
κι η φοινικιά δεν της έλεγε τίποτε.

Του έδωσε το φάρμακό του
και τον έστειλε στο κρεβάτι του.


ΙΑΤΡΙΚΗ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ

«Ξέρει όλη την Οδύσσεια λάθος
όπως τη μαθαίνουν στο σχολείο
ανάλυση παρομοιώσεων και τέτοια.
Δεν βλέπει πως είναι ένας χάρτης
νομίζει πως λειτουργεί μαγικά
όμως είναι λόγος
καθαρός, λογικός, υπαινικτικός.
Κάθε τι πρέπει να το κάνεις στην ώρα του
και με το σωστό τρόπο
αλλιώς θα το πληρώσεις.

Κάποιος πρέπει να του ξαναδιδάξει την ‘Οδύσσεια’
για θεραπεία».



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Με πονούσε η σκέψη μου
ολομόναχη στην παραλία
έβλεπα ώρες ατέλειωτες τα κύματα
τα άγρια άκουγα πουλιά
ώσπου τα μάτια μου θάμπωναν
κοιτώντας αθεράπευτα εκεί
που πέρα μακρυά σε άπειρο χρόνο
βρισκόταν το σπίτι μου
το όνομά μου
η ιστορία μου
ο θάνατος μου.




Η ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

Στην άκρη του κρεβατιού καθότανε
κι έκλαιγε πικρά
το χάπι που λεγόταν «Καλυψώ»
κατάπινε
και του κάλυπτε το νου.
Εφτά χρόνια στην πτέρυγα
κάθε βράδυ κοιμόταν με το χάπι
-μια φούχτα στην πραγματικότητα-
που τραγουδούσε μέσα του
και ύφαινε το δίχτυ...


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ

«Ξέρετε, θέλει μόνο ν` αφηγηθεί μια ιστορία,
τη συμμετοχή στο λόγο της κοινότητας»
είπε η νεαρή γιατρός
Αθηνά Καραπάνου
ανασύροντας τη γνωμάτευση
από το σκονισμένο φάκελο.

«Σύμφωνα με τις νέες αντιλήψεις
οι τρόφιμοι πρέπει να αποασυλοποιούνται
ο στόχος είναι
να τον στείλουμε σπίτι του».
Κανένας στο συμβούλιο των γιατρών
δεν είχε αντίρρηση.


ΒΛΕΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Πεθύμησα να δω
τι έχει έξω απ` το παράθυρο
μια μεγάλη μέρα άπλωνε
τις φτερούγες της στον ήλιο.
Πουλιά πετούσαν ομαδικά
στον ουρανό
σαν γυάλινο σκεύος κατεστραμμένο
με πονούσε άλλη μια φορά ο κόσμος.


Ο ΠΡΟΒΟΛΕΑΣ

Ένας προβολέας ξαφνικά
φώτισε το κατεστραμμένο τοπίο
γεμάτο πτώματα ξεχασμένα
από πολέμους
πούχαν πεθάνει.
Εκεί κι ο εαυτός του
αλλεπάλληλες φορές
σκοτωμένος.

Το έβλεπε στα μάτια των άλλων
πόσες φορές νεκρός
αργά
το θυμόταν.


Τον πονούσαν τα τραύματα
που είχε ξεχάσει
νόμιζε πως ήταν κατόρθωμα
μα ήταν καταστροφή
η καταστροφή των άλλων
μέσα του.

Και τα συμπτώματα ήτανε λόγος
που δεν έγινε ποτέ
μα έμεινε αγέννητος
πότε βουλιμία
πότε αρπακτικότητα
πότε λαγνεία

πότε καυχησιολογία
αμέτρητα τσιγάρα
τα κάπνιζε όλα από την αρχή
τα έβλεπε στην τηλεόραση ξανά
χωρίς να το ξέρει
σε μια τηλενέκυια
για πάντοτε χαμένος.


Είδε τον εαυτό του κάποτε
υπερόπτη και βιαστικό
με τη μέθη της νίκης
μέσα στη σιωπή
σε αργή κίνηση

Είδε την άγρια πλευρά του
σαν σταματημένο καρρέ
τους συντρόφους του είδε:


Άλλος ναυαγισμένος σταυροφόρος
στη νήσο των πάγων
άλλος Μακεδόνας του στρατηλάτη
είκοσι δύο αιώνες ξεχασμένος
σε υψίπεδο της Ασίας
άλλος είχε χαθεί στη ζούγκλα
στον πόλεμο των Μπόερς

ο πόλεμος τους είχε παραμορφώσει το πρόσωπο
οι καταστροφές αυλάκωναν τη συνείδησή τους
καμιά Κασσάνδρα δεν είχε μπορέσει
να τους σώσει

και τώρα η κόλαση
είχε ένα αποστειρωμένο
ηλεκτρικό φως
γιατρούς υπαλλήλους
που σκύβαν απάνω τους
με επαγγελματική ψυχραιμία
προσπαθώντας να ξορκίσουν
το δικό τους θάνατο.


Και κάποτε είδαν
ο ένας στα μάτια του άλλου
το μονοπάτι

σα λεπτή γραμμή

η Ιθάκη έχει βομβαρδιστεί
τίποτε δεν υπάρχει πια
ο Όλυμπος ένας σκουπιδότοπος
το μόνο που σου απομένει
είναι αυτός ο λόγος
που θα γεννήσεις εσύ
για να ξαναφτιάξεις τον κόσμο...


ΤΟ ΑΣΥΛΟ ΓΙΟΡΤΗ

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας
είπε ο Ο
με τον καινούριο του εαυτό.
Το πρόγραμμά μας περιλαμβάνει
δημοκρατική αφήγηση.
Ο καθένας με κλήρωση
για μια φορά στη ζωή του
για μια μόνο ημέρα
θα σιτίζεται δωρεάν στο Πρυτανείο
θα γίνεται εθνικός ποιητής
θα αφηγείται την ιστορία του
στη μέση του κατάμεστου θεάτρου.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Σημειώσεις για την Οδύσσεια.

1. Η σημασία του λόγου στην "Οδύσσεια"   

Ο λόγος μέσα στο έπος είναι το πεδίο, ο τόπος, όπου εμφανίζεται η ύπαρξη του προσώπου που μιλάει. Η Τηλεμάχεια τελειώνει με την παραγωγή λόγου από τον Τηλέμαχο. Ο λόγος του δηλώνει την υπεροχή του σε σχέση: α) την Πηνελόπη - εδώ η υπεροχή οφείλεται σε θέματα ιεραρχίας "ο λόγος είναι μέλημα του ανδρός" και β) τους μνηστήρες - και εδώ βάζει τα πράγματα στη θέση τους με δικαιοσύνη, αλλά η υπεροχή του είναι και αξιολογική, φανερώνει την υπεροχή του, την αξία του σε σχέση με τον επιθετικό (Αντίνοος) ή υποκριτικό (Ευρύμαχος) λόγο των μνηστήρων, και άρα αποδεικνύει τη γνήσια βασιλική ιδιότητα του Τηλέμαχου.
Αντίστοιχα, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα ο λόγος του Οδυσσέα στους Φαίακες αποκαλύπτει τη δική του ταυτότητα και σηματοδοτεί την επιστροφή του στον (πραγματικό) κόσμο.

2. H "θεϊκή φύση" της Καλυψώς

Η Καλυψώ, όπως δείχνει και το όνομά της, καλύπτει αντί να φανερώνει. Τι καλύπτει όμως;
Πρώτα - πρώτα καλύπτει το ίδιο το όνομα του Οδυσσέα, δηλαδή την πραγματική του ταυτότητα. Σε αντίθεση με το προοίμιο της Ιλιάδας, όπου ο Αχιλλέας κατονομάζεται ρητά, στο προοίμιο της Οδύσσειας ο Οδυσσέας υπονοείται και δίνεται η φυσιογνωμία του περιγραφικά, αντί να κατονομάζεται, γιατί όταν αρχίζει το έπος, ο Οδυσσέας βρίσκεται στο νησί της Ωγυγίας, "καλυμμένος" από την Καλυψώ. Στη συνέχεια ούτε και ο Τηλέμαχος αναφέρει το όνομά του, ενώ η Αθηνά το επαναλαμβάνει συνεχώς. Έτσι ο ποιητής υποδηλώνει ότι είναι η Αθηνά που ανασύρει τον Οδυσσέα από τη λήθη. Μόνο μετά την αναχώρηση της Αθηνάς και τη νέα αυτοπεποίθηση που αποκτά ο Τηλέμαχος αναφέρει ρητά το όνομα του Οδυσσέα ο Τηλέμαχος, ενώ και η Πηνελόπη αναφέρεται περιγραφικά σ` αυτόν. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η Τηλεμάχεια χρειάζεται εκτός των άλλων και για να καλέσει ο Τηλέμαχος με το όνομά του τον Οδυσσέα από τη λήθη, ώστε να "ξυπνήσει" κατά κάποιον τρόπο και να αρχίσει η διαδικασία της επιστροφής.    

Ο Οδυσσέας στο νησί της Καλυψώς έχει χάσει την προσωπικότητά του, έχει μετατραπεί σε "Κανένας". Είναι ένας άντρας θνητός, υποδουλωμένος σε μια θεά, για να συμπληρώσει τις ελλείψεις της ζωής της. Με ποια μέσα προσπαθεί να τον κρατήσει κοντά της η Καλυψώ; 1)  Δελεάζοντάς τον: Ένα παραδεισένιο νησί, μια πολύ όμορφη και αγέραστη γυναίκα, η υπόσχεση μιας αθάνατης και αγέραστης ζωής. 2) Εκφοβίζοντάς τον: Μακριά της θα περάσει πολλά βάσανα και κινδύνους, μπορεί και να μην τα καταφέρει, ίσως, ποιος ξέρει... 3) Χειριζόμενη τη δύναμή της εις βάρος του: Του αποκρύβει την απόφαση του Δία και τη μοίρα του που του γράφει να γυρίσει πίσω, πράγμα που θα έδινε μεγάλο κουράγιο στον Οδυσσέα να αντέξει την επίθεση του Ποσειδώνα. Δεν του αποκαλύπτει την αλήθεια ούτε την τελευταία στιγμή. που δεν έχει τίποτα να κερδίσει πια. Τι άλλο σημαίνει αυτό παρά συγκεκαλυμμένη εκδίκηση του τύπου "αφού δεν κάθεσαι κοντά μου, καλά να πάθεις";
Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλη τη διάρκεια της σκηνής φαίνεται η απόσταση θεού - ανθρώπου, που ομοιάζει με τη σχέση αφέντη - δούλου: Ο Οδυσσέας είναι πολύ προσεκτικός να μην την δυσαρεστήσει, να μην την εκνευρίσει, να φυλαχτεί από τη χειριστική και πονηρή της συμπεριφορά, ξέρει ότι ψεύδεται και δεν αποκαλύπτει την αλήθεια, ξέρει το χαρακτήρα της και γι` αυτό τη βάζει να ορκιστεί τον όρκο της Στυγός. Ο Οδυσσέας την ξέρει πολύ καλά, την έχει "σπουδάσει" σε αντίθεση με την Καλυψώ που αγνοεί τη φύση του και το χαρακτήρα του - φαντάζεται ότι με τα κόλπα της θα καταφέρει τον Οδυσσέα να απαρνηθεί το νόστο του! Και αυτή περίφημη υπόσχεση αθανασίας που τόσο δελεαστική φαίνεται, τι παραπάνω είναι από μια δελεαστική υπόσχεση; Γιατί δεν την έκανε πράξη η Καλυψώ στην αρχή της παραμονής του Οδυσσέα στην Ωγυγία, τότε που γοητευμένος ακόμα παρέμενε με τη θέλησή του; Μήπως επειδή αρνήθηκε την αθανασία από τότε ο Οδυσσέας, έχοντας πάντα σαν απώτερο στόχο το νόστο, ή μήπως επειδή ήταν πάντα χρήσιμη σαν δελεαστική υπόσχεση, αλλά ήθελε η Καλυψώ και να διατηρεί τη σχέση κυρίας - δούλου;
Η πονηρή φύση της Καλυψώς που καλύπτεται από την όμορφη, ευγενική, λαμπερή εμφάνισή της, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το ήθος της Πηνελόπης και το "απλοϊκό" τέχνασμα του αργαλειού. Ας μην μείνει απαρατήρητο το επίθετο που στολίζει την Πηνελόπη "περίφρων" σε αντίθεση με τα κάλλη της Καλυψώς.
Τελικά ούτε και ο Ερμής αναφέρει τον Οδυσσέα με το όνομά του στο διάλογό του με την Καλυψώ, ούτε φυσικά η Καλυψώ. Και όταν ακόμα πάει και τον βρίσκει στην ακρογιαλιά και του απευθύνει το λόγο τον ονομάζει "κακόμοιρο" (κάμμορε, ε 160). Μόνο αφού τη βάζει να ορκιστεί τον όρκο της Στυγός και γίνει φανερή η σταθερή απόφασή του για την επιστροφή, απευθύνεται σ` αυτόν με το πλήρες όνομά του "Διογενές Λαερτιάδη, πολυμήχαν` Οδυσσεύ, ε 203), σαν να κέρδισε επιτέλους με αυτές τις ενέργειές του το δικαίωμα να βγει από τη λήθη.  Όμως συγχρόνως αυτό το 'δώρο' της Καλυψώς λειτουργεί σαν μέρος του χειρισμού και στο τέλος τέλος τι προσφέρει σ` αυτόν τον άντρα που ονόμασε επιτέλους, παρά να γίνει φύλακας της σπηλιάς της;
http://homer.agrino.org/odyssey/ancient_greek/rapsody_EPSILON.htm