Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

ΧΡΟΝΙΚΟ

1
Δε θα ξανάρθει, Κύριε
η κόρη των λιβαδιών
στο μεσουράνημα του ήλιου
δε θα ξανάρθει πια
δε θα ξανάρθει.

Με την ένατη συμφορά
ξύπνησε η σάλπιγγα
τ` άλογα έφυγαν γρήγορα
μακριά.

Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη
δεν μπορώ να συνηθίσω,
άγνωστο πρόσωπο.
Φοβάμαι να γυρίσω στο παρελθόν
Φοβάμαι να κοιτάξω στο μέλλον.

Πίσω απ` τα συρματοπλέγματα οι φαντάροι
με πυροβολούν με τα μάτια τους.
Μ` έχουν αναγνωρίσει χιλιάδες φορές
στα κρατητήρια οι μάρτυρες
εγώ δεν μπορώ ν` αναγνωρίσω τον εαυτό μου.

Έκπληκτη κοιτάζω τις φωτογραφίες
τους καθρέφτες
τα πρόσωπα των άλλων.
Μου είναι αδύνατο να θυμηθώ
να συναρμολογήσω μια... ιστορία.

Τώρα θα πλύνω τα χέρια μου στο ποτάμι
από το παρελθόν
θα χτενίσω τα μαλλιά μου με ηλιόλουστες μέρες
καλοκαιριού
θα φορέσω βουνά και θάλασσες
βγαίνοντας βόλτα.

Εγώ είμαι τα χελιδόνια
που ψαλιδίζουν τον αέρα
τόσο ανέμελα
σαν την αιωνιότητα.



2
Αυτόν τον εαυτό θέλω να κρατήσω
που μου προκαλεί τόσο τρόμο
τον άγνωστο εαυτό
που τρέχει ξυπόλυτος στα βρόχια
στις παγίδες του θανάτου
που κάνει ακροβατικά με δάκρυα
πάνω σε μοτοσικλέτες
την ώρα που κοιμώνται τα πουλιά.

Και να κατέβω πιάνοντας τη σχοινένια σκάλα
με τα χέρια μου
με τα πόδια μου τρέμοντας
να ψάχνουν το επόμενο σκαλί
τυφλά από τρόμο
κι όμως προχωρώντας.

Εγώ είμαι που μπαίνω μέσα στην εκκλησία
κι ανάβω κεριά στο άγνωστο πρόσωπο
με θυμιάματα και λιτανείες
παρακαλάω
να φανερωθεί.


Όμως το ξέρω
μας έχουνε χωρίσει
τόσο αδυσώπητα
ποιο έπος, ποια ιστορία
ποιο ρομαντικό μυθιστόρημα
θα γράψει τη δικιά μας ιστορία
Θεέ Παντοκράτορα του τρούλου
που στέκεις σιωπηλός...
με τα μυστικά Σου φώτα;



3
Εγώ είμαι που ξενυχτάω
πάνω απ` το πρὀσωπὀ Σου
που περιμένω ν` αναστηθείς
με καημούς και με δάκρυα.
Τα χέρια Σου πιάνω και μαραίνομαι
στα πόδια Σου χάνω το μυαλό μου.

Εγώ είμαι το κερί
που καίει στο παράθυρο
και καίγεται η νύχτα...



4
Περιμένω
όπως ο σταλαγμίτης περιμένει τη σταγόνα
μέσα στο ρολόι στοίχειωσε η ψυχή μου
και περιμένει.

Ξόδεψα όλα μου τα χρήματα
πέρασα ράχες και βουνά
και σκοτεινές περιπέτειες.

Συνάντησα ανθρώπους
που μου πήραν ό,τι είχα
και δεν είχα
με χτυπούσαν δεμένη και με φίμωναν
σε φυλακές έκανα
και σε βασανιστήρια
και σκοτεινά στρατόπεδα καταδίκης.

Σε λάθος χάρτες περιπλανήθηκα
σε ξένα σώματα ξενιτεύτηκα
και έφυγα πάντοτε
απέραντα μόνη
χωρίς Εσένα.

Τα βουνά βάζω μάρτυρες
πόσο μόνη μου ήμουν
και τις πέτρες ρώτησε
και τα πεζοδρόμια
και τα φανάρια των δρόμων.


Τις νύχτες ρώτησε
τις μέρες εκείνες
1977
1978
1979
πόσο μόνη μου ήμουν.



5
Ο δρόμος είναι ένας
κι εγώ περπατάω σ`αυτόν.
Δεξιά κι αριστερά υψώνονται πύργοι
θεόρατοι βράχοι πολέμου.
Φόβος κυλάει στους δρόμους
κατολισθήσεις
όμως
εγώ
με σφιγμένη καρδιά
με όλο το σώμα σφιγμένο
και τις γροθιές σφιγμένες
με κρατημένη αναπνοή
και το φτερούγισμα να παλεύει στο στήθος
προχωράω μέσα
από πύλη στενή
και... αναπνέω.



6
Το παιδί που ήμουν κάποτε
γυρίζει στους δρόμους.
Έχει δραπετεύσει πια
οριστικά
από τον κόσμο των ανθρώπων.

Είναι ελεύθερο να αναπνέει
πώς μυρίζει η θάλασσα
να κατρακυλάει το γέλιο του
κοιτώντας σοβαρά τους ανθρώπους.

Το βλέπω παντού να περνάει
μου κλείνει το μάτι
μέσα από χιλιάδες εφήβους
από μωρά και βρέφη
ακόμα και έμβρυα.

Το παιδί που ήμουν κάποτε
έχει οριστικά νικήσει.

1 σχόλιο: