Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Χριστός και τίποτα

μετάφραση από το άρθρο Christ and Nothing του David Bentley Hart
 
   Σαν σύγχρονοι άνδρες και γυναίκες - στο βαθμό που είμαστε σύγχρονοι - πιστεύουμε στο τίποτα. Αυτό δεν σημαίνει, σπεύδω να προσθέσω, ότι δεν πιστεύουμε σε τίποτα. Εννοώ ότι στηριζόμαστε σε μια ακλόνητη, αν και συχνά ασυνείδητη, πίστη στο τίποτα, ή στη μηδαμινότητα ως τέτοια. Είναι αυτό στο οποίο έχουμε τοποθετήσει την εμπιστοσύνη μας, πάνω στο οποίο ριψοκινδυνεύουμε τις ψυχές μας, και πάνω στο οποίο προβάλλουμε τις αξίες με τις οποίες μετράμε τη σπουδαιότητα της ζωής μας. Ή, για να το εκφράσω πιο απλά και ολοκληρωμένα, η θρησκεία μας είναι ένας πολύ αναπαυτικός μηδενισμός.
   Αυτό μπορεί να έχει μια αποκαλυπτική χροιά, έτσι όπως ακούγεται, χωρίς κάποια προειδοποιητική ή μαλακτική εισαγωγή τουλάχιστον, αλλά δεν πιστεύω ότι λέω τίποτα που δεν ήδη ανιαρά προφανές. Ζούμε σε μια εποχή της οποίας η κυρίαρχη ηθική αξία έχει καθοριστεί, με συντριπτική συναίνεση, να είναι η απόλυτη ελευθερία της προσωπικής βούλησης, η δύναμη του καθενός από εμάς να επιλέγει ό, τι αυτός ή αυτή πιστεύει, θέλει, χρειάζεται ή πρέπει να έχει. Τα πιο πειστικά πολιτιστικά μας μοντέλα της ανθρώπινης ελευθερίας είναι ξεκάθαρα βολονταριστικά και, με έναν μάλλον υποβαθμισμένο και αμόρφωτο τρόπο, προμηθεϊκά. Η θέληση, πιστεύουμε, είναι κυριαρχική, γιατί είναι απροϋπόθετη, ελεύθερη, γιατί είναι αυθόρμητη και αυτό είναι το υπέρτατο αγαθό.
   Και μια κοινωνία που το πιστεύει αυτό, θα πρέπει, τουλάχιστον έμμεσα, να εναγκαλιστεί και υποστηρίξει μια πολύ ιδιαίτερη ηθική μεταφυσική: η μη πραγματικότητα κάθε "αξίας" είναι υψηλότερη από κάθε επιλογή ή από οποιοδήποτε υπερβατικό Αγαθό που παραγγέλει την επιθυμία ενός υψηλότερου τέλους. Η επιθυμία είναι ελεύθερη να προτείνει, να αρπάξει, να αποδεχθεί ή να απορρίψει, να θέλει ή να μη θέλει - αλλά όχι να υπακούει. Η κοινωνία πρέπει κατά συνέπεια να προστατεύεται από τη διείσδυση του Αγαθού ή του Θεού, έτσι ώστε οι πολίτες της να μπορούν να καθορίζουν τη ζωή τους με τις επιλογές που κάνουν από ένα σύμπαν ηθικά αδιάφορο, αλλά με σκόπιμα μεταβλητά άκρα, απαλλαγμένο από οποιαδήποτε προηγούμενη γραμματική της υποχρέωσης ή της αξίας (στην Αμερική, αυτό το ονομάζουμε "διαχωριστικό τείχος"). Γι` αυτό και οι ελευθερίες που επιτρέπουν σε κάποιον να ψωνίσει υπνοσέντονα στο χρώμα της λεβάντας, να καρφωθεί με θέρμη στην πορνογραφία, να γίνει Ουνιταριανός, να αγοράσει δημοφιλείς τελετουργίες ωμής βίας, ή να καταστρέψει το αγέννητο παιδί κάποιου άλλου, είναι όλες εξίσου ουσιαστικά "αγαθά", επειδή όλες είναι εκφράσεις μιας αναπαλλοτρίωτης ελευθερίας της επιλογής. Και έτσι, στο τέλος της νεωτερικότητας, ο καθε ένας από μας που είναι πιστός στους καιρούς, δεν στέκεται να αντικρύσει τον Θεό ή τους θεούς ή το Αγαθό πέρα από τις υπάρξεις, αλλά μία άβυσσο, πάνω από την οποία προεδρεύει η κενή, απαραβίαστη αυθεντία της ατομικής θέλησης, της οποίας οι παρορμήσεις και οι αποφάσεις είναι ο δικός της ηθικός δείκτης.
    Αυτό δεν σημαίνει ότι – τέτοιοι συναισθηματικοί βαρβάροι που είμαστε – δεν επικαλούμαστε ακόμη ηθικούς και θρησκευτικούς περιορισμούς στις δράσεις μας. Κανένας, ούτε ο πιο δαιμονικός, παράφρων ή ανήλικος ανάμεσά μας δεν επιθυμεί πραγματικά να ζει σε έναν κόσμο απαλλαγμένο από ορατά όρια και φιλόξενα καταφύγια. Έτσι αυτός ο άνδρας μπορεί να επιλέξει να μην αγοράσει το συγκεκριμένο όχημα, γιατί θεωρεί τον εαυτό του οικολόγο. Ή αυτή η γυναίκα μπορεί να επιλέξει να μην κάνει έκτρωση στα μέσα του δεύτερου τριμήνου της, επειδή το έμβρυο σε εκείνο το χρονικό σημείο της κύησης της φαίνεται πάρα πολύ σχηματισμένο και θα αισθάνεται προσωπικά άσχημα να “το” τερματίσει. 'Ομως αυτό διευκρινίζει απλώς το θέμα μου: παίρνουμε ως δεδομένο το δικαίωμα του ατόμου όχι απλώς να υπακούει ή να αψηφά τον ηθικό νόμο, αλλά και να επιλέγει ποια ηθικά πρότυπα θα υιοθετήσει, ποιες αξίες θα υποστηρίξει, ποια μόδα ευσέβειας θα φορέσει και με ποια αξεσουάρ.



                                                                                                                                               (συνεχίζεται)     


 
Η αρχική εκδοχή αυτού του άρθρου δόθηκε ως διάλεξη σε ένα συνέδριο για τις Δέκα Εντολές που έγινε στο Κολλέγιο του Αγίου Όλαφ στο Νόρθφιλντ της Μινεσότα, 15 με 17 Ιουνίου 2003, με τη χορηγία του Κέντρου Καθολικής και Ευαγγελικής Θεολογίας και του Συλλόγου για ένα Οικουμενικό Αγγλικανικό Δόγμα.